Η φαντασία είναι μια βασική ψυχική λειτουργία μέσω της οποίας ανακαλούμε εμπειρίες, προβλέπουμε πιθανά γεγονότα, επεξεργαζόμαστε συναισθήματα και δίνουμε μορφή σε πλευρές του εσωτερικού μας κόσμου. Μια εικόνα που σχηματίζεται στον νου μπορεί να συνοδεύεται από αλλαγές στην αναπνοή, στη μυϊκή ένταση και στη συναισθηματική κατάσταση, σαν κάτι από αυτό που φανταζόμαστε να συμβαίνει —σε έναν βαθμό— στο παρόν.
Στην ψυχοθεραπεία, αυτή η δυνατότητα αξιοποιείται μέσα από διαφορετικές τεχνικές νοερής απεικόνισης. Μία από αυτές είναι η καθοδηγούμενη φαντασία: μια βιωματική διαδικασία κατά την οποία ο θεραπευτής προσφέρει ένα αρχικό πλαίσιο ή μια σειρά από ήπιες λεκτικές κατευθύνσεις και το άτομο αφήνεται να σχηματίσει τη δική του εσωτερική εμπειρία. Η εικόνα λειτουργεί ως είσοδος προς τις αισθήσεις, τα συναισθήματα, τις μνήμες, τους συμβολισμούς και τους τρόπους με τους οποίους κάποιος σχετίζεται με τον εαυτό του και με τους άλλους.
Μια σύντομη διαδρομή μέσα στην ψυχοθεραπεία
Η θεραπευτική αξιοποίηση της φαντασίας εμφανίζεται, με διαφορετικές μορφές, σε πολλά ψυχοθεραπευτικά ρεύματα. Ο Freud, στην αρχική περίοδο της εργασίας του, χρησιμοποίησε τεχνικές ύπνωσης και ανάκλησης εικόνων, πριν στραφεί στον ελεύθερο συνειρμό. Στην ψυχαναλυτική σκέψη, οι εικόνες και οι φαντασιώσεις αντιμετωπίστηκαν κυρίως ως συμβολικές εκφράσεις ασυνείδητων επιθυμιών, συγκρούσεων και αμυνών.
Ο Jung ανέπτυξε την ενεργητική φαντασία, προσεγγίζοντας την εικόνα ως έναν τρόπο διαλόγου ανάμεσα στη συνείδηση και το ασυνείδητο. Το άτομο ενθαρρύνεται να παρατηρήσει, να αλληλεπιδράσει και να αναζητήσει τη δική του σχέση με όσα εμφανίζονται, χωρίς να του δίνεται μια έτοιμη ερμηνεία (Jung, 2014).
Οι ανθρωπιστικές και βιωματικές προσεγγίσεις διεύρυναν ακόμη περισσότερο τη χρήση της. Στην Gestalt, για παράδειγμα, το άτομο μπορεί να ξαναμπεί σε ένα όνειρο, να πάρει τη θέση διαφορετικών στοιχείων του ή να δημιουργήσει έναν φαντασιακό διάλογο ανάμεσα σε πλευρές του εαυτού του (Perls, 1969). Στις γνωσιακές και συμπεριφορικές θεραπείες, οι νοερές εικόνες χρησιμοποιήθηκαν αρχικά στην αντιμετώπιση φοβιών και αργότερα σε τεχνικές νοερής επανεγγραφής, μέσα από τις οποίες μια επώδυνη σκηνή προσεγγίζεται ξανά με νέες δυνατότητες δράσης και προστασίας (Smucker & Dancu, 1999).
Οι προσεγγίσεις αυτές, παρά τις θεωρητικές τους διαφορές, συναντιούνται σε μια βασική παραδοχή: μια νοερή εικόνα μπορεί να ενεργοποιήσει συναίσθημα και να εμπλέξει επίπεδα της εμπειρίας πέρα από τη λεκτική κατανόηση. Η σύγχρονη έρευνα αναδεικνύει τη στενή σχέση της νοερής απεικόνισης με τη συναισθηματική και εγκεφαλική ρύθμιση. Η σημασία κάθε εικόνας παραμένει προσωπική και διαμορφώνεται μέσα στο ιδιαίτερο πλαίσιο του ατόμου (Skottnik & Linden, 2019).
Τα δομικά στοιχεία της καθοδηγούμενης φαντασίας
Η χαλάρωση
Η διαδικασία ξεκινά συνήθως με μια σταδιακή μετατόπιση της προσοχής από τον εξωτερικό προς τον εσωτερικό χώρο. Το άγχος και η αυξημένη σωματική ένταση δυσκολεύουν συχνά την εστίαση και την αυθόρμητη ανάδυση εικόνων. Η χαλάρωση δημιουργεί τις συνθήκες ώστε το άτομο να αφουγκραστεί περισσότερο την αναπνοή, τις σωματικές αισθήσεις και τις εσωτερικές του κινήσεις.
Η εμπειρία αυτή μπορεί να υποστηριχθεί από έναν ήσυχο χώρο, χαμηλό φωτισμό, σταθερό ρυθμό ομιλίας και επαρκείς παύσεις. Ο θεραπευτής μπορεί να κατευθύνει την προσοχή διαδοχικά σε διαφορετικά μέρη του σώματος ή να ξεκινήσει από μια απλή εικόνα που βοηθά τη συγκέντρωση. Στη σωματική ψυχοθεραπεία δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αναπνοή, στις εντάσεις του προσώπου και των ματιών, στα σημεία στήριξης και στη συνολική θέση του σώματος (Λουμπράνο-Κωτούλα & Κόμη, 2017).
Η χαλάρωση εδώ περιγράφει κυρίως μια κατάσταση επαρκούς ασφάλειας, μέσα στην οποία το άτομο μπορεί να στραφεί προς τα μέσα παραμένοντας συνδεδεμένο με το παρόν. Μπορεί να εξακολουθούν να υπάρχουν κάποια ένταση και κίνηση. Για ορισμένους ανθρώπους η ξαπλωτή θέση διευκολύνει αυτή τη διαδικασία. Άλλοι αισθάνονται ασφαλέστερα καθιστοί, με τα μάτια ανοιχτά ή με μεγαλύτερη επαφή με το περιβάλλον. Η θέση επιλέγεται με βάση την εξοικείωση, την ψυχική οργάνωση και την κατάσταση του ατόμου τη συγκεκριμένη στιγμή.
Η φαντασία ως βιωμένη εμπειρία
Μια νοερή εικόνα αποκτά θεραπευτικό ενδιαφέρον όταν το άτομο μπορεί να σχετιστεί βιωματικά μαζί της. Η εμπλοκή αυτή δεν εξαρτάται από την ικανότητα σχηματισμού εξαιρετικά καθαρών εικόνων. Μερικοί άνθρωποι βλέπουν χρώματα και σκηνές με μεγάλη λεπτομέρεια, ενώ άλλοι αντιλαμβάνονται περισσότερο μια αίσθηση, έναν ήχο, μια κίνηση, ένα συναίσθημα ή τη γενική ατμόσφαιρα του χώρου. Ακόμη και μια αχνή εικόνα μπορεί να γίνει σημαντική όταν συγκεντρώνει την προσοχή και συνδέεται με το προσωπικό βίωμα (Αναγνωστοπούλου, 2000· Leuner, 1969).
Η καθοδήγηση σε ενεστώτα χρόνο υποστηρίζει την αίσθηση ότι η εμπειρία εξελίσσεται τώρα. Οι προσκλήσεις να παρατηρηθούν το φως, η θερμοκρασία, οι ήχοι, οι μυρωδιές και η υφή του εδάφους δίνουν στην εικόνα έναν πολυαισθητηριακό χαρακτήρα. Η φαντασιακή κίνηση μέσα στον χώρο —το περπάτημα, η προσέγγιση, η απομάκρυνση, η άνοδος ή η κάθοδος— προσθέτει κατεύθυνση και δράση.
Το σώμα συμμετέχει σε όλη αυτή τη διαδικασία. Η αναπνοή μπορεί να μεταβάλλεται, κάποιο σημείο να σφίγγεται, τα χέρια να αποκτούν μια παρόρμηση κίνησης ή το σώμα να θέλει να πλησιάσει, να προστατευτεί ή να σταματήσει. Αυτές οι αντιδράσεις αποτελούν μέρος της εμπειρίας και μπορούν να παρατηρηθούν με περιέργεια. Η εικόνα γίνεται έτσι ένας τόπος συνάντησης της φαντασίας με την αίσθηση, την κίνηση και το συναίσθημα.
Τα συναισθήματα
Οι νοερές εικόνες έχουν στενή σχέση με το συναίσθημα. Μπορούν να ενεργοποιήσουν φόβο, χαρά, θλίψη, θυμό, τρυφερότητα ή μια πιο αδιόριστη συγκίνηση, ακόμη και όταν το άτομο δυσκολεύεται αρχικά να δώσει όνομα σε αυτό που αισθάνεται. Η έρευνα γύρω από τη νοερή απεικόνιση δείχνει ότι οι εικόνες εμπλέκονται στη συναισθηματική επεξεργασία και μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται μια κατάσταση (Skottnik & Linden, 2019).
Σημαντική πληροφορία βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στη σκηνή και στο συναίσθημα που τη συνοδεύει. Ένα φαινομενικά ήρεμο τοπίο μπορεί να προκαλεί ανησυχία, μοναξιά ή δυσφορία. Μια εικόνα που θα περίμενε κανείς να είναι τρομακτική μπορεί να συνοδεύεται από ανακούφιση ή οικειότητα. Οι προσωπικές αυτές αποκλίσεις φανερώνουν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο το άτομο έχει επενδύσει ψυχικά την εικόνα.
Ο θεραπευτής παραμένει σε επαφή με τις λεκτικές και σωματικές ενδείξεις της συναισθηματικής έντασης. Ο ρυθμός της καθοδήγησης μπορεί να επιβραδυνθεί, να δοθεί περισσότερος χώρος ή να ενισχυθεί η σύνδεση με το σώμα και το δωμάτιο. Η συναισθηματική εμπλοκή έχει θεραπευτική αξία όταν παραμένει μέσα στα όρια που μπορεί να αντέξει και να επεξεργαστεί το άτομο.
Ο έλεγχος και η ελευθερία
Ο βαθμός ελέγχου μέσα στη φαντασία συνδέεται με τη θεραπευτική της πρόθεση. Σε περισσότερο κατευθυντικές εφαρμογές, το άτομο μπορεί να εξασκηθεί νοερά σε μια συγκεκριμένη στάση ή πράξη: να πλησιάσει σταδιακά κάτι που φοβάται, να προστατεύσει τον εαυτό του, να θέσει ένα όριο ή να δοκιμάσει μια διαφορετική αντίδραση. Η δομή προσφέρει σαφήνεια και στηρίζει την αίσθηση ικανότητας.
Οι προσεγγίσεις βάθους αφήνουν συνήθως περισσότερο χώρο στην αυθόρμητη εξέλιξη. Ο θεραπευτής δίνει τα βασικά σημεία και το άτομο συμπληρώνει τη σκηνή με το δικό του υλικό. Οι εικόνες μπορούν να αλλάξουν κατεύθυνση, να εμφανίσουν απρόσμενα πρόσωπα ή να οδηγήσουν σε συναισθήματα που δεν είχαν προβλεφθεί. Μέσα από αυτή την ελευθερία γίνονται περισσότερο ορατοί οι προσωπικοί τρόποι οργάνωσης της εμπειρίας.
Η θεραπευτική διαδικασία κινείται συχνά ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους. Χρειάζεται αρκετή δομή για να υπάρχει ασφάλεια και αρκετός ανοιχτός χώρος για να αναδυθεί κάτι προσωπικό. Σε όλη τη διάρκεια, ο θεραπευόμενος διατηρεί το δικαίωμα να μεταβάλει την απόσταση από μια εικόνα, να αρνηθεί μια οδηγία, να ανοίξει τα μάτια ή να διακόψει. Αυτή η δυνατότητα υποστηρίζει την ενεργό συμμετοχή και την αίσθηση προσωπικής επιλογής.
Ανάδυση και δημιουργία νέας εμπειρίας
Η καθοδηγούμενη φαντασία μπορεί να υπηρετεί δύο διαφορετικές, αλλά συχνά αλληλένδετες, θεραπευτικές λειτουργίες.
Η πρώτη είναι η ανάδυση ψυχικού υλικού. Ο θεραπευτής προσφέρει ένα σχετικά ανοιχτό πλαίσιο, αφήνοντας κενό χώρο ώστε η εμπειρία να συμπληρωθεί από το ίδιο το άτομο. Οι εικόνες που εμφανίζονται μπορεί να συνδέονται με μνήμες, σχέσεις, ανάγκες, συγκρούσεις ή πλευρές του εαυτού που δεν είχαν μέχρι τότε βρει λόγια. Η σημασία τους διερευνάται από κοινού, με πρώτο σημείο αναφοράς τις προσωπικές συνδέσεις και το βίωμα του θεραπευόμενου, αντί για ένα σταθερό «λεξικό συμβόλων».
Η δεύτερη λειτουργία είναι η δημιουργία μιας νέας εμπειρίας. Μερικές φορές η φαντασία οργανώνεται πιο συγκεκριμένα ώστε το άτομο να μπορέσει να συναντήσει νοερά κάτι που έλειψε: προστασία, υποστήριξη, τη δυνατότητα να βάλει ένα όριο, να απομακρυνθεί, να απαντήσει ή να ζητήσει βοήθεια. Η εμπειρία αυτή μπορεί να διευρύνει τις διαθέσιμες εσωτερικές θέσεις από τις οποίες το άτομο σχετίζεται στο παρόν με όσα έχουν συμβεί. Το πραγματικό παρελθόν, βέβαια, παραμένει αμετάβλητο.
Η θεραπευτική στάση
Η παρουσία του θεραπευτή οργανώνει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο της φαντασίας. Η φωνή, η ένταση, το ηχόχρωμα, ο ρυθμός και οι παύσεις μεταφέρουν ασφάλεια και αφήνουν χρόνο για τον σχηματισμό της εμπειρίας. Οι παύσεις αποτελούν ενεργό μέρος της καθοδήγησης: μέσα σε αυτές το άτομο μπορεί να παρατηρήσει, να αισθανθεί και να δημιουργήσει τη δική του συνέχεια.
Η επιλογή του θέματος και του βαθμού κατευθυντικότητας βασίζεται στη φάση της θεραπείας, στο υλικό που έχει προηγηθεί και στις ανάγκες του ατόμου. Μια πιο ανοιχτή φαντασία μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος ανάδυσης προσωπικού υλικού. Μια πιο οργανωμένη καθοδήγηση μπορεί να υποστηρίξει τη δημιουργία μιας εμπειρίας φροντίδας, προστασίας, διεκδίκησης ή αποχωρισμού. Οι δύο λειτουργίες συχνά συνυπάρχουν.
Η ενσυναίσθηση βοηθά τον θεραπευτή να ακολουθεί τον ρυθμό του ατόμου και να αντιλαμβάνεται πότε χρειάζεται περισσότερη απόσταση, στήριξη ή χρόνο. Παράλληλα, η διερεύνηση των εικόνων διατηρεί ανοιχτό τον χώρο των πιθανών νοημάτων. Ένα σύμβολο αποκτά σημασία μέσα από τις αναμνήσεις, τα συναισθήματα και τις συνδέσεις του θεραπευόμενου. Οι ερμηνευτικές σκέψεις του θεραπευτή προσφέρονται ως υποθέσεις που μπορούν να εξεταστούν από κοινού.
Η επαναφορά
Η ολοκλήρωση της φαντασίας χρειάζεται τον ίδιο χρόνο και την ίδια φροντίδα με την είσοδο σε αυτή. Ο θεραπευτής προετοιμάζει σταδιακά την επιστροφή, στρέφοντας την προσοχή στην αναπνοή, στα σημεία όπου το σώμα στηρίζεται και στους ήχους του δωματίου. Μικρές κινήσεις στα δάχτυλα, στα χέρια και στα πόδια, ένα τέντωμα ή η αλλαγή στάσης βοηθούν στην επανασύνδεση με τον εξωτερικό χώρο.
Το άνοιγμα των ματιών γίνεται στον χρόνο του ατόμου. Ακολουθεί ένας σύντομος προσανατολισμός στο δωμάτιο και μια περίοδος αποσυμπίεσης πριν ξεκινήσει η συζήτηση. Η σταδιακή αυτή μετάβαση είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν η εμπειρία υπήρξε έντονη ή όταν εμφανίστηκαν στοιχεία που άγγιξαν βαθύτερες περιοχές του ψυχισμού.
Η εξωτερίκευση της εμπειρίας
Μετά την επαναφορά, όσα βιώθηκαν μπορούν να αποκτήσουν μια μορφή που να παρατηρείται και να μοιράζεται. Η λεκτική αφήγηση βοηθά εικόνες, αισθήσεις και συναισθήματα να περάσουν στον συμβολικό χώρο. Το άτομο επιλέγει τι θέλει να πει, πώς θα το περιγράψει και ποια σημεία χρειάζονται περισσότερο χρόνο.
Σε ορισμένες μεθόδους ο διάλογος με τον θεραπευτή συμβαίνει κατά τη διάρκεια της φαντασίας. Το άτομο περιγράφει όσα βλέπει και ο θεραπευτής κάνει διερευνητικές ερωτήσεις ή προσαρμόζει την καθοδήγηση. Αυτή η επικοινωνία λειτουργεί ως άγκυρα στο εδώ και τώρα. Σε άλλες προσεγγίσεις, η φαντασία εξελίσσεται χωρίς διακοπή και η επεξεργασία ακολουθεί μετά την ολοκλήρωσή της. Η επιλογή εξαρτάται από τη μέθοδο, τον θεραπευτικό στόχο και τον τρόπο με τον οποίο το άτομο μπορεί να εμπλακεί με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Η εξωτερίκευση μπορεί επίσης να γίνει μέσα από τη ζωγραφική, την κίνηση, τη γραφή, το παιχνίδι ρόλων ή το ψυχόδραμα. Όταν μια εικόνα μεταφέρεται στο χαρτί ή αποκτά κίνηση και λόγο, δημιουργείται ένα νέο υλικό που μπορεί να εξεταστεί από διαφορετικές πλευρές. Στην ομαδική θεραπεία, η κοινή επεξεργασία επιτρέπει στο προσωπικό βίωμα να συναντήσει τις αποκρίσεις και τα καθρεφτίσματα των άλλων.
Η εξωτερίκευση ολοκληρώνει έναν πρώτο κύκλο: η προσοχή στρέφεται προς τα μέσα, η εμπειρία αποκτά εικόνα και σωματική παρουσία και στη συνέχεια επιστρέφει στον κοινό χώρο μέσα από τον λόγο ή τη δημιουργική έκφραση. Από εκεί μπορεί να ξεκινήσει η περαιτέρω θεραπευτική επεξεργασία.
Ένας διαφορετικός δρόμος προς το βίωμα
Η καθοδηγούμενη φαντασία προσφέρει έναν δρόμο προς όσα δεν είναι πάντοτε άμεσα διαθέσιμα στη λεκτική σκέψη. Μπορεί να φέρει στην επιφάνεια έναν συμβολισμό, μια μνήμη ή ένα συναίσθημα και να δημιουργήσει χώρο για μια κίνηση που μέχρι τότε δεν ήταν δυνατή. Η αξία της βρίσκεται στη δυνατότητα να συνδεθούν η εικόνα, το σώμα, το συναίσθημα και ο λόγος μέσα σε μια ασφαλή θεραπευτική σχέση. Η ζωντάνια των εικόνων και οι πιθανές ερμηνείες αποκτούν νόημα μέσα από αυτή τη διαδικασία.
Όταν χρησιμοποιείται με ευαισθησία και σεβασμό στον ρυθμό του ατόμου, η φαντασία γίνεται ένας ενδιάμεσος χώρος όπου το βίωμα αποκτά μορφή, γίνεται διαθέσιμο για διερεύνηση και, κάποιες φορές, μπορεί να μετακινηθεί.
Βασικές βιβλιογραφικές αναφορές
- Arbuthnot, K. D., Arbuthnot, D. W., & Rossiter, L. (2001). Guided imagery and memory: Implications for psychotherapists. Journal of Counseling Psychology, 48(2), 123–132. https://doi.org/10.1037/0022-0167.48.2.123
- Hall, E., Hall, C., Stradling, P., & Young, D. (2006). Guided imagery: Creative interventions in counselling. Sage.
- Jung, C. G. (2014). The archetypes and the collective unconscious (Collected Works, Vol. 9, Part 1). Routledge.
- Leuner, H. (1969). Guided affective imagery: A method of intensive psychotherapy. American Journal of Psychotherapy, 23(1), 4–21. https://doi.org/10.1176/appi.psychotherapy.1969.23.1.4
- Perls, F. (1969). Gestalt therapy verbatim. Real People Press.
- Skottnik, L., & Linden, D. E. J. (2019). Mental imagery and brain regulation—New links between psychotherapy and neuroscience. Frontiers in Psychiatry, 10, 779. https://doi.org/10.3389/fpsyt.2019.00779
- Smucker, M. R., & Dancu, C. V. (1999). Cognitive-behavioral treatment for adult survivors of childhood trauma: Imagery rescripting and reprocessing. Jason Aronson.
- Thomas, V. (2015). Using mental imagery in counselling and psychotherapy. Routledge.
- Αναγνωστοπούλου, Τ. (2000). Η φαντασία στην ψυχοθεραπεία. Τυπωθήτω–Γιώργος Δαρδανός.
- Λουμπράνο-Κωτούλα, Κ., & Κόμη, Μ. (2017). Η ομάδα, το σώμα και η ψυχοθεραπεία. Θυμάρι.
